Προφανώς δεν «κομίζω γλαύκα εις Αθήνας» λέγοντας ότι, είτε η παραδοχή, είτε η απόρριψη πολιτικών, επιστημονικών, καλλιτεχνικών ή ιστορικών καταγραφών και απόψεων, προϋποθέτει στοιχειωδώς την επιστάμενη γνώση τών επί μέρους λεπτομερειών αυτών, προκειμένου να υπάρξει -εν συνεχεία- η αντικειμενική ανάλυση και -εν τέλει- η δίκαιη και ορθή κριτική τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, περί τής κινηματογραφικής ταινίας τού γνωστού σκηνοθέτη Γ. Σμαραγδή για τον εθνικό μας Κυβερνήτη Ι. Καποδίστρια, ήδη -από την έναρξη προβολής της- προκλήθηκε «έκρηξη» αντικρουόμενων κριτικών.

Κριτικών που ξεκινούν από την απαξιωτική απόρριψή της και φθάνουν μέχρι την διθυραμβική αποθέωσή της, αλλά -άς μού επιτραπεί η αίσθηση- θεωρώ, ότι κυριαρχούν σ’ αυτές οι συναισθηματικές και οι ιδεολογικές προσεγγίσεις, με εμφανή στις περισσότερες, την έλλειψη γνώσεως βασικών ιστορικών λεπτομερειών.

Ο γράφων, πιστός στην παραπάνω εκτιθέμενη εδραία άποψή μου, παρακολούθησα την ταινία με καλόπιστη διάθεση και ιδιαίτερη προσοχή, λόγω βιωματικού πατριωτικού ενδιαφέροντος, αλλά και εφοδιασμένος με τίς ειδικές γνώσεις τού ιστορικού συγγραφέως, προκειμένου να διαμορφώσω ιδία -εδραία- άποψη, τόσο καθ’ όσον αφορά την καλλιτεχνική της αρτιότητα, όσο και την πιστότητα τών περιγραφομένων ιστορικών γεγονότων.

Εν όψει όλων αυτών, τολμώ να εκφράσω την υποκειμενική γνώμη μου γι’ αυτή την τολμηρή ταινία, και σπεύδω να την χαρακτηρίσω έτσι, επειδή είμαι βέβαιος ως προς την εκ τών προτέρων γνώση τού παραγωγού-σκηνοθέτη της, ότι θα έπεφτε στα «αιχμηρά νύχια» τής αθεράπευτης εθνοφυλετικής μας παραδόσεως, να «διχονοιάζουμε» περί πάντων. (…)

Κατ’ αρχήν, λοιπόν, θεωρώ, ότι η εν λόγω ταινία θα πρέπει να καταταγεί στην κατηγορία κάποιων μνημειακών παραγωγών πού χρονικά προηγήθηκαν και επιχείρησαν -επιτυχώς- να αναδείξουν αντίστοιχα ιστορικά πρόσωπα, άλλων ευρωπαϊκών εθνών.

 Τέτοιες σπουδαίες ταινίες υπήρξαν τουλάχιστον τρείς:

  • η 1η γιά την εθνική ηρωίδα τής Γαλλίας, την περίφημη Ζάν ντ’ Αρκ, με πρωταγωνίστρια την Σέρβα Μ. Γιόβοβιτς,
  • η 2η γιά τον θρυλικό ιππότη «Ελ Σίντ», εθνικό ήρωα τής Ισπανίας κατά τους επικούς πολέμους εναντίον τών αράβων, με πρωταγωνιστή τον διάσημο Τσ. Ήστον και
  • η 3η γιά τον σπουδαίο (και γνωστό παγκοσμίως, πλέον) «Bravehart, δηλαδή τον Σκοτσέζο ήρωα Ο. Ουάλλας, τραγική μορφή τών αγώνων για την ανεξαρτησία τής Σκοτίας από τον επαχθή ζυγό τής επεκτατικής Αγγλίας, με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον -κορυφαίο στο είδος του- Μ. Γκίμπσον.

Επομένως, (και κατ’ αναλογία μεγέθους και χρηματικών μέσων ως προς αυτές), από την πλευρά τής σημαντικότητος πού είχε για την γνώση τών νεοΕλλήνων περί τών εν γένει ιστορικών γεγονότων τής εθνικοαπελευθερωτικής παλιγγενεσίας μας, δηλαδή γιά την επανάσταση τών ετών 1821-1827, καθώς και όσων προηγήθηκαν, αλλά και όσων επακολούθησαν αυτής, και αφορούν την ξεχωριστή προσωπικότητα και την καίρια συμβολή σε όλα αυτά τού Ι. Καποδίστρια, Η ΤΑΙΝΙΑ ΑΥΤΗ, ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ.

Βεβαίως, ο Ι. Καποδίστριας δεν υπήρξε επαναστάτης μαχητής με την στενή έννοια τού όρου, όπως οι εθνικοί μας πολέμαρχοι Θ. Κολοκοτρώνης, Μ. Μπότσαρης, Γ. Καραϊσκάκης, είτε ο συγκλονιστικός στα προσωπικά τολμήματά του- «μπουρλοτιέρης» Κ. Κανάρης, είτε άλλοι πολύτιμοι ήρωές μας, οι οποίοι προφανώς θα άξιζαν μιάς κινηματογραφικής αποθανατίσεώς τους, επ’ ωφελεία τής -δυστυχώς συσκοτισμένης και απαξιωμένης γιά πολιτικές σκοπιμότητες- εθνικής ιστορικής μνήμης μας.

Και εδώ, βεβαίως, προκύπτει η τεράστια -χρόνια- ευθύνη τών εν γένει κυβερνητικών παραλείψεων για την πολύτιμη στους καιρούς μας κινηματογραφική προβολή τής ανεκτίμητης πατριωτικής προσφοράς, αλλά και τα συναρπαστικά γεγονότα των πολεμικών δράσεων τών παραπάνω εθνικών ηρώων μας!

Οι οποίες -μάλιστα- θα μπορούσαν επαρκώς να σκηνοθετηθούν από σπουδαίους σκηνοθέτες πού ανέδειξε η μεταπολεμική Ελλάδα, όπως λ.χ. ο Θ. Αγγελόπουλος, ο Π. Βούλγαρης, ο Ν. Παναγιωτόπουλος, ο Κ. Γαβράς, ο Ν. Κούνδουρος, αλλά και ο νεώτερος Γ. Λάνθιμος.

Όμως, η διορατική -πολιτική και διπλωματική- προσωπικότητα τού Καποδίστρια, αναγνωρισμένης διεθνούς αξίας, εμβέλειας και δυνατοτήτων, στον οποίο όφειλαν και οφείλουν ανεκτίμητες χάριτες -εκτός τής Ρωσίας, τής οποίας υπήρξε επί έτη ο κορυφαίος διπλωμάτης και εν τέλει Υπουργός τών Εξωτερικών- τόσο η Γαλλία, όσο και η Ελβετία, ο δε σπουδαίος ρόλος του υπέρ αυτών αναδεικνύεται με επιτυχία στην ταινία τού Γ. Σμαραγδή, συνεισέφερε υπερπολύτιμες υπηρεσίες στην Πατρίδα, εφάμιλλες με εκείνες τών παραπάνω ηρωικών πολεμάρχων μας και είναι προφανές ότι, εάν είχε επιβιώσει 5-10 χρόνια ακόμη, θα είχε θεμελιώσει μια Ελλάδα διαφορετικών προδιαγραφών και προοπτικών!

Επίσης, άποψη τού γράφοντος είναι, ότι εκ μέρους τού σκηνοθέτη υπήρξε -με εξαιρέσεις όμως- επιμελής έρευνα τών ιστορικών αρχείων και διεισδυτική προσέγγιση στους χαρακτήρες που η παρουσία τους θεμελιώνει και συνθέτει την πλοκή τής ταινίας, με κορυφαία -βεβαίως- την επιλογή τού πρωταγωνιστή Α. Μυριαγκού (παραπάνω φωτ.) – «Ι. Καποδίστρια» (ο οποίος είναι εξαιρετικός στον δύσκολο ρόλο του), αλλά και επιτυχής η επιλογή τών τόπων όπου τα γυρίσματα τής ταινίας, ιδίως στα μεγαλοπρεπή παλαιά ανάκτορα τής Αυστρίας και τής Ρουμανίας.

Ιδιαίτερη μνεία, τέλος, αξίζει να γίνει για τούς ενδιαφέροντες αλλά και αιχμηρούς διαλόγους τού Κυβερνήτη, με τον πανούργο Μέττερνιχ, υπουργό τής αυτοκρατορικής Αυστρίας (και κυνικό «Πόντιο Πιλάτο» τής παραδόσεως στους Τούρκους, τόσο τού εθνομάρτυρα Ρήγα(*), όσο και τού κορυφαίου προεπαναστατικού αρματολού Α. Βερούση, πατέρα τού ήρωα Οδ. Ανδρούτσου), όπου, «όλα τα λεφτά» είναι η αποκαλυπτική αποστροφή τού Καποδίστρια προς αυτόν, ότι: «Οι Ελληνες προσφέρουν πολιτισμό στην ανθρωπότητα εδώ και 5.000 χρόνια»(!!!)

(Εδραία ιστορική θέση, που είναι και ηχηρό ράπισμα στις ευτραφείς παρειές συγχρόνων «εχθροπάτριδων» καθηγητών και αρχαιολόγων, που θέλουν τούς ανέκαθεν γηγενείς Ελληνες (Μινύες, Μινωίτες, Μυκηναίους, Ιωνες, Δωριείς, κλπ.), απογόνους τών ανύπαρκτων «Ινδοευρωπαίων» από τίς ρωσικές στέπες…).

Ωστόσο, υποσχέθηκα να ασκήσω και αυστηρή κριτική, σε όσα και γιά όσα θεωρώ, ότι αποτελούν παραλείψεις και (αθέλητες θέλω να πιστεύω) ιστορικές παραποιήσεις, οι οποίες αφορούν πρόσωπα και γεγονότα, απολύτως σχετικά με την ταινία τού Γ. Σμαραγδή.

 

Και κατ’ αρχήν θεωρώ ως αναληθή και άδικη την εμφάνιση-παρουσίαση στην ταινία τής οικογένειας τών Μαυρομιχαλαίων και όχι μόνον μορφολογικά (εφ΄ όσον εντελώς αδικαιολόγητα, εμφανίζονται ως εσμός δύσμορφων αγριανθρώπων…), ενώ αληθώς επρόκειτο -γονιδιακώς- περί ανδρικών καλλονών και αυτό πιστοποιείται από τα υπάρχοντα πορτραίτα τους στο εθνικό μουσείο, όπου όλοι τους αποκαλύπτονται ως -αυτό που συνηθίζεται να λέγεται- «ομορφόσογο»!

Είναι όμως άδικη και η πλήρης αποσιώπηση, άλλως η -έστω και συνοπτική- αναφορά στόν καίριο ιστορικό τους ρόλο και ιδίως αυτόν τού ηγέτη τους Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, τόσο στην κήρυξη τής Επαναστάσεως (την 17η Μαρτίου 1821 στην Αρεόπολη τής Μάνης – το μνημείο της στην παρακάτω φωτ.), όσο και στις πρώτες καθοριστικές επιτυχίες, και δή την κατάληψη τής Καλαμάτας την 21η Μαρτίου 1821, απ’ όπου και η 1η Επαναστατική Διακήρυξη πρός τίς Ευρωπαϊκές «αυλές», υπογραφόμενη από τον ίδιο τον Πετρόμπεη!!!

Ως επίσης και την «εκ τών ών ουκ άνευ» προσωπική συμμετοχή και συμβολή του ως αδιαμφισβήτητου αρχηγού τών Μανιατών στην απελευθέρωση τής Τριπόλεως, τής Σπάρτης, τής Μονεμβασιάς, καθώς και στην σωτηρία τού Μεσολογγίου(!!!), κατά την 1η πολιορκία του από τούς πασάδες Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, τον Δεκέμβριο 1821.


Τούς αγώνες αυτούς, «υπέγραψαν» με το αίμα τους οι Μαυρομιχαλαίοι, με κορυφαίους νεκρούς, τον αδελφό τού Πετρόμπεη, τον αρειμάνιο Κυριακούλη Μαυρομιχάλη που σκοτώθηκε μαχόμενος στην Σπλάντζα Ηπείρου(!!!) αλλά και τον πρωτότοκο γυιό του, τον εξαιρετικού χαρακτήρος Ηλ. Μαυρομιχάλη, τον επιλεγόμενο -γιά την ομορφιά του- «νεραϊδογέννητο», που έχασε την πανώρια κεφαλή του, άνισα μαχόμενος με τους Τούρκους στην Κάρυστο Ευβοίας(!!!), τρανή απόδειξη, ότι οι Μαυρομιχαλαίοι μάχονταν για την ελευθερία όλης τής Ελλάδος και όχι για «στενά συμφέροντά» τους στην Μάνη.

Και βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται η καθοριστική αντίσταση και οι αποφασιστικές νίκες τών Μανιατών (αλλά και τών Μανιατισσών, με μόνα όπλα τους τα δρεπάνια τού θερισμού…), το θέρος τού έτους 1826, στην ακτή τού Δυρού και στον Πολυάραβο ή «Πολυτσάραβο» τού Ταϋγέτου, οι πρώτες εναντίον τού Ιμπραήμ και τών Αιγυπτίων, όταν η φλόγα τής Επαναστάσεως «τρεμόσβυνε», σε Μωριά και Ρούμελη.

Εδώ θα επισημάνω τό μέγα –πολιτικό- λάθος τού Κυβερνήτη Καποδίστρια, ο οποίος, είχε μέν απόλυτο δίκιο να θέλει να θεμελιώσει τα στοιχειώδη δημόσια έσοδα τής καθημαγμένης Ελλάδος, αφαιρώντας τα από τα προνόμια και τις αυθάδεις αξιώσεις τών κακομαθημένων κοτζαμπάσηδων, αλλά απώλεσε κατάφωρα το δίκιο του αυτό, φυλακίζοντας βάναυσα τον γηραιό (γεννημένο το 1765) Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, «πατριάρχη» τών Μαυρομιχαλαίων, και προκαλώντας άφευκτα -δεδομένων τών μακραίωνων περί βεντέττας αυστηρών ηθών και εθίμων τής Μάνης- την δολοφονία του, ενώ, ένας διπλωματικός εγκλεισμός τού Πετρόμπεη «κατ’ οίκον», με διακριτική φρούρηση, και -ίσως- δεν θα οδηγούσε τα πράγματα στα άκρα και στην στυγερή δολοφονία τού Κυβερνήτη(…)

 Αντιθέτως, απολύτως ρεαλιστική και «πιστή» στις ιστορικές πηγές, παρουσιάζεται στην ταινία, η σκοτεινή προσωπικότητα και ο δόλιος ρόλος τών κορυφαίων «σεσημασμένων μαύρων ψυχών» τής επαναστάσεως, δηλαδή:

  • Aφ’ ενός τού «διχονοιοσπορέα» Αλ. Μαυροκορδάτου, ο οποίος -κατά την ιστορική άποψή μας (όπως την έχουμε καταγράψει και συγγραφικά) πλήν τών λοιπών -πολλών- δολιοτήτων του, προδήλως υπήρξε και ο ηθικός αυτουργός τής δολοφονίας τού αρχιστρατήγου τής Ρούμελης, τού Γ. Καραϊσκάκη (σε αγαστή συνεργασία με τον Αγγλο ναύαρχο Κόχραν), την 23η Απριλίου 1827, δηλαδή την προηγουμένη τής καταστροφικής για το Ελληνικό στράτευμα, μάχης τού Αναλάτου και συντελώντας καίρια σ’ αυτήν. Αλλά και
  •  αφ’ ετέρου, τού κατ’ εξοχήν «Αγγλολιροφονιά» Λάζ. Κουντουριώτη, ο οποίος, πέραν τών όσων θετικών ενεργειών του (αλλά μόνον υπέρ τής Υδρας πάντοτε…), προφανώς υπήρξε ο ηθικός αυτουργός τής εκδικητικής δολοφονίας στις 15 Δεκεμβρίου 1821, τού πλοιάρχου Αντ. Οικονόμου (παρακάτω φωτ.), πρωτοπόρου δημεγέρτη τών ναυτικών τής Υδρας, κόντρα στην εξ αρχής αντεπαναστατική στάση τών πλοιοκτητών της, αλλά και ο φανερός υποκινητής τού ναυάρχου Α. Μιαούλη (δυστυχώς), στην πυρπόληση τού ελληνικού στόλου στον Πόρο, όπως η ταινία αποκαλυπτικά την παρουσιάζει.
  • Όμως, υπάρχει και μία ακόμη -ασυγχώρητη για τον γράφοντα- παράλειψη, στην -κατά τά άλλα- πολύτιμη ταινία τού Γιάννη Σμαραγδή: Σέ καμμία στιγμή τής δίωρης προβολής της δεν ακούσαμε -όπως θεωρώ, ότι θα ήταν αυτονόητο- αναφορά στο Σούλι και στους Σουλιώτες!  Αναρωτιέμαι (επειδή έχω επισημάνει και αλλού το «φαινόμενο» αυτό τής αντισουλιωτικής εμπάθειας…), εάν πρόκειται για επιλογή ένεκα πολιτικής σκοπιμότητος (…) ή για παράλειψη ένεκα ακραίας αμέλειας ή ιστορικής άγνοιας, εκδοχές οι οποίες -όμως- δεν συγχωρούνται σε μία -τέτοιων προδιαγραφών και προθέσεων- κινηματογραφική ταινία εθνικοπατριωτικής σημασίας και με διακηρυγμένη την πρόθεση τού Σμαραγδή για την αποκατάσταση τής -εν γένει- ιστορικής αλήθειας για την επανάσταση τού 1821, υπό το πρίσμα τον βίο και τα έργα τού Κυβερνήτη.

Και δεν αναφερόμαστε μόνον στην παράλειψη -έστω και ονομαστικά-μιάς απλής αναφοράς στον κορυφαίο Σουλιώτη ηγέτη, τον αδευτέρωτο ΜαρκοΜπότσαρη, ο οποίος ήδη από τον 1ο χρόνο προσωποποιούσε -στην Ευρώπη και στην Αμερική- την ίδια την Επανάσταση τού 1821, ενώ, ως πρός τίς ηθικές και πολεμικές αρετές του παρομοιάζονταν διεθνώς με τούς αρχαίους Ελληνες πολεμάρχους και φιλοσόφους, αλλά και στους λοιπούς -ανεκτίμητης πατριωτικής προσφοράς- ήρωες Σουλιώτες αρχηγούς, Τζαβελαίους, Δρακαίους, Ζερβαίους, Μαλαμαίους, Ζαρμπαίους, κλπ., δηλαδή, στην εν γένει τεράστια προσφορά αίματος και συμβολής στην ελευθερία τής Ελλάδος, από το σύνολο τών ηρωικών Σουλιωτών και Σουλιωτισσών!

Διότι, εν τέλει, θα πρέπει κάποτε να διακηρυχθεί επισήμως ιστορικά, ότι χωρίς Σουλιώτες και Μανιάτες, η Επανάσταση τού 1821 θα είχε καταρρεύσει και παρ’ όλη την πολιτική και διπλωματική ευφυία τού σπουδαίου Καποδίστρια εκείνος δεν θα την εύρισκε προς διακυβέρνησή της (έστω και λιγόχρονη όπως την βρήκε), κυρίως χάρη στις θυσίες τους!

Άλλωστε, η μη διδασκόμενη καν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα τής χώρας, πρώιμη (από τον Ιούνιο 1807) αγαστή συνεργασία μεταξύ τού νεαρού τότε Καποδίστρια, ως Γραμματέως τής «Ιωνίου Πολιτείας» και ηγέτη στην διοργάνωση τής άμυνας τής Λευκάδας, εναντίον τής επικείμενης εισβολής των Τουρκαλβανών τού Αλή πασά, τόσο με τούς καθημαγμένους και πεινασμένους φυγάδες στην Κέρκυρα, Σουλιώτες τού Κίτσου Μπότσαρη και τού Φώτου Τζαβέλα, όσο και με τούς οπλαρχηγούς τής Ρούμελης και τών Αγράφων, με ηγέτη τον θρυλικό Κατσαντώνη, αλλά και παρουσία τών εξόριστων Πελοποννήσιων οπλαρχηγών Θ. Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και Αναγνωσταρά, είχε επικυρωθεί με το περίφημο «συμπόσιο» στην θέση «Μαγεμένο» τής Νικιάνας στην Λευκάδα, όπου ο Ι. Καποδίστριας εκφώνησε τον πρώτο δημόσιο πατριωτικό του λόγο, ορκίζοντας τούς αρειμάνιους οπλαρχηγούς «στο σπαθί τους» για την απελευθέρωση τού Ελληνικού Εθνους!

Επρόκειτο για κάποιες από τίς κορυφαίες δράσεις στη ζωή τού αδικοχαμένου Κυβερνήτη μας, οι οποίες ασφαλώς και θα έπρεπε να αποθανατιστούν στην ταινία τού Ι. Σμαραγδή, έστω με την πρόσθεση στην διάρκεια τής ταινίας, μόνον πέντε λεπτών τής ώρας επί πλέον(…)

(*) Ο Ρήγας στην ταινία αναφέρεται Φεραίος, επίθετο που ποτέ δεν χρησιμοποίησε. Υπέγραφε Βελεστινλής, ως από το Βελεστίνο Λαρίσης Θεσσαλίας.

Loading