ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΝΙΚΗΦ. ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΣ

Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
(Ιστορία και Παράδοση)

ΑΘΗΝΑ 2021

Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ (διαβάστε όλο το κείμενο κάνοντας κλικ)

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Θεωρώ ευτυχία το γεγονός ότι, ενώ έχω ήδη υπερβεί την εβδόμη δεκαετία τής ζωής μου, η μνήμη μου είναι ακμαία και διατηρεί άριστα τις παιδικές και εφηβικές αναμνήσεις μου, μέχρι σήμερα.
Θυμάμαι λοιπόν, ότι από το έτος 1950, τά καλοκαίρια παραθέριζα με τούς γονείς μου -σχεδόν επί 3μηνο- στο χωριό καταγωγής τού πατέρα μου, την ορεινή Μεγαλόχαρη τού Νομού Αρτας.
Εκεί, παρά τίς δύσκολες μετεμφυλιακές συνθήκες, στο οικογενειακό μας περιβάλλον υπήρχε συγκατοίκηση με προσφιλείς ανιόντες και εγκάρδια σχέση με λοιπούς στενούς συγγενείς και συγχωριανούς, αλλά και με αξέχαστες παραστάσεις από την καθημερινή μας ζωή και την «ανέγγιχτη» -τότε- χλωρίδα και πανίδα τής περιοχής.
Επίσης θυμάμαι, ότι στην καθημερινότητά μας -εκτός από τά συνήθη θέματα συζητήσεων- περιλαμβάνονταν και συχνές αναφορές σε οικογενειακές ιστορικές μνήμες, είτε πρόσφατες, είτε προηγουμένων γενεών τών γονέων μου.
Αυτό οφείλονταν -κατ’ αρχήν- στο ότι, τόσο οι οικογένειές τους, όσο και οι ίδιοι οι γονείς μου, είχαν άμεση συμμετοχή και συμβολή σέ πολεμικά ή αντιστασιακά γεγονότα και δράσεις στα πολύ πρόσφατα χρόνια τού Β’ Παγκοσμίου πολέμου, όπως ήταν το πολεμικό έπος τού «ΟΧΙ» στα 1940-41, η ΓερμανοΙταλική Κατοχή και η Εθνική Αντίσταση στα 1942-44, αλλά και ο Εμφύλιος πόλεμος πού επακολούθησε, με επώδυνες και για τις οικογένειές μας συνέπειες.
(Σημειώνω ότι, ο πατέρας μου Νικηφόρος Γρηγ. Κοσσυβάκης, ήταν ήδη παρασημοφορημένος επ’ ανδραγαθία πολεμιστής και τραυματίας τού ΕλληνοΙταλικού πολέ-μου 1940-41, αλλά και εκ τών πρώτων Οπλαρχηγών στην Εθνική Αντίσταση κατά την Γερμανο-Ιταλική Κατοχή, στην ορεινή περιοχή τών Ραδοβυζίων και τού Βάλτου, κατ’ αρχήν με τόν ΕΔΕΣ και -εν συνεχεία- ως Καπετάνιος επιδρομικής ομάδος με τον ΕΛΑΣ.)
Αυτονόητα, ο απόηχος εκείνων τών χρονικά «νωπών» (ήδη όμως ιστο-ρικών) συμβάντων, αναπαράγονταν στις -ένθερμα φορτισμένες- συζητήσεις τών γονέων μου και τών οικείων προσώπων τού συγγενικού και φιλικού μας περιβάλλοντος.
Κυρίως -όμως- οι συζητήσεις εκείνες περιλάμβαναν συχνές αναφορές σε γεγονότα ανιόντων τού πατέρα μου, δηλαδή, τού παππού μου, τού προππάπου μου, καθώς και τού πατέρα, και τού παππού εκείνου!!!
Ανέτρεχαν δηλαδή, σε συμβάντα πέντε (5) γενεών προγόνων μου, τά οποία είχαν εξελιχθεί σε ταραγμένες εποχές, τ ό σ ο  π ρ ί ν  α π ό  τ η ν  μ ε γ ά λ η  ε π α ν ά σ τ α σ η  τ ο ύ  1821,  κ α θ’ ό λ η  τ η ν  δ ι ά ρ κ ε ι ά  τ η ς,  ό σ ο  κ α ι  μ ε τ ά  από αυτήν.
Και όλα αυτά διότι, η «φάρα» μας -τών Κοσσυβακαίων- είχε διαρκή και σημαίνουσα αγωνιστική συμβολή, σε κάθε πατριωτική-επαναστατική διεργασία στις ανυπότακτες περιοχές τής Ηπείρου και τής Δυτικής Ελλάδος, τις εποχές εκείνες, με τούς ανιόντες μου να είναι πάντοτε μπροστάρηδες σ’ όλα αυτά.
Από μικρό παιδί, λοιπόν, είχα την μεγάλη τύχη -κυρίως μέσω τής γοητευτικής αφηγηματικής ευχέρειας τού πατέρα μου- να εντρυφώ διαρκώς στα ιστορικά εκείνα πεπραγμένα, πού δεν ήσαν γενικά και «απόμακρα», εφ’ όσον εμπεριείχαν το συναισθηματικό στοιχείο τής οικογενειακής συμβολής μας, διανθισμένα με απίστευτες λεπτομέρειες, συγκλονιστικής πλοκής και τολμηρών δράσεων.
Εκείνη η συχνή -πατρική- αφήγηση ιστορικών συμβάντων, με τις … «αποκοτιές» τών «παππούδων» μου, όχι μόνο μέ έκαναν να λατρέψω -ήδη από μαθητής Δημοτικού σχολείου- το μάθημα τής Ιστορίας, αλλά -σύν τώ χρόνω- ν’ αποκτήσουν στην φαντασία μου και τήν διάσταση τής «προσωπικής συμμετοχής» μου!!!
Ιδιαιτέρως, οι -με έκδηλη υπερηφάνεια- λεπτομερέστατες περιγραφές τού μνήμονος πατέρα μου, στα εν λόγω ιστορικά γεγονότα και τους επί μέρους ήρωές τους, περιλάμβανε -μεταξύ άλλων σημαντικών- και μία υπόμνηση ανεκτίμητης αξίας και σημασίας για ‘μένα.
Υπόμνηση, πού συνετέλεσε καθοριστικά στην εδραίωση τής -υπερβατικής- αισθήσεώς μου ότι, ήμουν και εγώ μαζί τους, «εκεί και τότε»:
«Παιδί μου, να θυμάσαι ότι, οι πρόγονοί μας -μαζί και οι Αντωνακαίοι από την Βρεστενίτσα- ήσαν οι μόνοι Ραδοβυζινοί πού τόλμησαν να συ-μπαρασταθούν στους Μποτσαραίους στον Σέλτσο στα 1804, αλλά και διέσωσαν όσους ελάχιστους γλύτωσαν από την σφαγή εκεί, μαζί και τον ανεκτίμητο Μάρκο»!!!
«Χρόνια μετά, συμπολέμησαν σε μάχες τού ‘21, ενώ αργότερα συγγενέψαμε».
«Γιά τους αγώνες τους εκείνους και τους μετέπειτα, το προγονικό μας σπίτι, εδώ στο χωριό -πού τότε ονομάζονταν «Μπότση»- έχει καεί για την Πατρίδα, πέντε φορές, μέχρι σήμερα»!!!
Εκείνη η -φορτισμένη συγκινησιακά- πατρική υπόμνηση, υπήρξε η βασική αιτία τής ιδιαίτερης συναισθηματικής σύνδεσής μου με το έπος τού 1821 και τής -εκ μέρους μου- διαρκούς και «μανιώδους» αναγνώσεως, ποικίλων ιστορικών καταγραφών γι’ αυτό.
Διότι, στον ρομαντικό ψυχισμό μου ως εφήβου, είχε ήδη αναγορευτεί σε καθοδηγητικό ίνδαλμα και πρότυπό μου, μία -απίστευτης «οσιότητος»- μορφή τών επαναστατικών αγώνων για την Εθνική μας παλιγγενεσία, ένας ήρωας μοναδικής προσωπικότητος και αξίας.
Και ήταν εκείνος, ο ασύγκριτος σε παλληκαριά, αλλά και σε στρατηγι-κή διορατικότητα, ηγέτης τών αρειμάνιων Σουλιωτών, πού τον ονόμασαν «Αητό τού Σουλίου» και «Νεώτερο Λεωνίδα».
Εκείνος πού, με τις αλλεπάλληλες και απίστευτες νίκες τις οποίες καθώρισε η πολεμική ιδιοφυία του, στα πρώτα δύο χρόνια τής Επαναστάσεως τού 1821, εγκλώβισε στην Ηπειρο τις τεράστιες Σουλτανικές δυνάμεις πού -υπό τον εμπειροπόλεμο Χουρσίτ πασά- θα την «έπνιγαν» σε Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο, πρίν προλάβει να στεριώσει.
Ηταν εκείνος πού, όχι μόνον οι κορυφαίοι συμπρωταγωνιστές του -όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος- αλλά και οι ίδιοι οι αρχηγοί τών ασπόνδων εχθρών του, τών πολεμοχαρών «Τουρκαλβανών», υποκλίθηκαν στην μεγαλοσύνη και την σοφή κρίση του.
Εκείνος πού ξεχώριζε μεταξύ τών συναγωνιστών του για την εντιμότητα, την σεμνότητα τού χαρακτήρα, αλλά και την σπάνια ανιδιοτέλειά του.
Εκείνος πού, οι κορυφαίοι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, συγγραφείς και ποιητές τού καιρού του, όπως ο Γάλλος Βίκτωρ Ουγκώ και ο Βρετανός Λόρδος Βύρων, τον ανέδειξαν σε οικουμενικό πρότυπο εναρέτου ήρωα.
Εκείνος πού, μόνος «καθαγιάστηκε» ονομαστικά στον «Υμνο γιά την Ελευθερία», από τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό.
Εκείνος πού, με τον ηρωϊκό θάνατό του, «πυροδότησε» τήν έκρηξη τού φιλελληνικού κινήματος και συνήγειρε τις Ευρωπαϊκές συνειδήσεις υπέρ τής Ελληνικής παλιγγενεσίας.
Εκείνος πού -στο άκαιρο «ξόδι» του- συμμετείχε θρηνώντας ολόκληρος ο Ελληνικός λαός, συναισθανόμενος το μέγεθος τής απώλειάς του.
Εκείνος πού, ο λαός μας τον ύμνησε σε τόσα δημοτικά τραγούδια, ό-σα δεν τραγουδήθηκαν για όλους μαζί, τούς λοιπούς ήρωες συναγωνιστές του.
Εκείνος ο αξεπέραστος, ο Μάρκο Μπότσαρης!!!
Ποιά τιμή, λοιπόν, και ποιά υπερηφάνεια γιά έναν νεοΕλληνα έφηβο, να γνωρίζει, ότι οι δικοί του πρόγονοι συμπολέμησαν μαζί του.
Ποιά αίσθηση, ότι το χνάρι του -η «ομπλή» του, πού μνημονεύει το δημοτικό μας τραγούδι- είχε αποτυπωθεί εκεί, στην αυλή τού πολυπυρπολημένου προγονικού μας σπιτιού, στην ορεινή «Μπότση».
Ποιός συγκλονισμός και ποιά συγκίνηση, ότι και ο ίδιος «είχα αίμα» από την γενιά του!!!
Ακράδαντα πιστεύω ότι, γι’ αυτούς τούς λόγους, από τα εφηβικά μου χρόνια, είχα την διαρκή αίσθηση ότι, «γονιδιακά» τον είχα γνωρίσει και ήμουν -από τότε- και εγώ μαζί του.
Και όχι μόνον, στην ανεκτίμητη για το Ελληνικό έθνος πολεμική εποποιία του, στα πρώτα χρόνια και συμβάντα τής μεγάλης Επαναστάσεως τού ‘21, μέχρι τον απροσδόκητο χαμό του στο Καρπενήσι, στις 9 Αυγούστου 1823, α λ λ ά κ α ι σ τ ι ς δ ι κ έ ς τ ο υ δ ρ α μ α τ ι κ έ ς ε φ η β ι κ έ ς η μ έ ρ ε ς, στο Μοναστήρι τού Σέλτσου τον Απρίλη τού 1804, πού τον σφράγισαν ανεξίτηλα.
Εκείνη η μοναδική αίσθηση τής «προσωπικής σχέσεως», είναι πού μού δίνει τώρα -έστω και δύο αιώνες μετά- την συγγραφική ευχέρεια, νά αφηγηθώ σε πρώτο ενικό πρόσωπο, τά τραγικά εκείνα γεγονότα.
Δηλαδή, ως νά αφηγείται ο ίδιος -ο τότε έφηβος- Μάρκο Μπότσαρης, τήν μακραίωνη Σουλιώτικη εποποιϊα και, εν συνεχεία, την επική πολιορκία τών Μποτσαραίων στο ορεινό Ραδοβύζι, τον τραγικό αποδεκατισμό τους, αλλά και την απίστευτη διαφυγή τών ελαχίστων επιζώντων από τον θανάσιμο κλοιό τών Τουρκαλβανών τού αιμοβόρου Αλή πασά.
Και είναι η ιδιαίτερη μνήμη μου, αλλά και η -εκ δικηγορικής εμπειρίας δεκαετιών- επαγωγική μου τεχνική, πού με βοηθά νά «αναπλάσω» -θεωρώ με πειστικότητα και ιστορική ακρίβεια- τά φοβερά εκείνα γεγονότα.
Εχοντας -επί πλέον- τηρήσει στο έπακρο και την θεμελιώδη υποχρέωση ενός υπεύθυνου ιστορικού συγγραφέα, να γνωρίζει «ιδίοις όμμασι» τούς τόπους όπου διαδραματίστηκαν τά ιστορούμενα, εφ’ όσον έχω επισκεφθεί κατ’ επανάληψη -στο απώτερο αλλά και στο πρόσφατο παρελθόν- εκείνα τά δυσπρόσιτα και αιματόβρεχτα τοπία, γύρω από το ιστορικό Μοναστήρι τού Σέλτσου.
Και μάλιστα, σε εποχές τής δεκαετίας τού ’70, πού δεν υπήρχε κάν αμαξιτός δρόμος για την οδική πρόσβαση εκεί, στα απόκρημνα μέρη, όπου συντελέστηκε -πρίν από δύο αιώνες- το μέγα δράμα τού αποδεκατισμού τών Μποτσαραίων και τών λοιπών Σουλιωτών.
Δηλαδή, όταν οι -πρός επακριβή επισκόπηση και εξιστόρηση- αιματόβρεχτοι τόποι, παρέμεναν «πετρωμένοι» σ’ εκείνες τις τραγικές ημέρες και ώρες τού Απριλίου 1804.

[ Υ.Γ. Είχα -μάλιστα- την ιδιαίτερη χαρά, συγκίνηση και τιμή, σε μία από τίς τελευταίες φορές τού προσκυνήματός μου εκεί (μαζί με την αγαπημένη κόρη μου Ναταλία), να ξεναγήσω έναν εκ τών κορυφαίων ιστορικών συγγραφέων τής νεώτερης Ελλάδος, τον προσφιλέστατό μου και πολυγραφότατο Σαράντο Καργάκο.
Έναν αληθινό ενσυνείδητο Ελληνα Λάκωνα, ο οποίος προσφάτως μάς άφησε χρόνους, έχοντας -όμως- προηγουμένως κληροδοτήσει στο Ελληνικό έθνος, μία εργώδη και υπερπολύτιμη ιστορική συγγραφική παρακαταθήκη.]

Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ (διαβάστε όλο το κείμενο κάνοντας κλικ)

 1,094 total views