ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΤΟΥΣΑ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Τ’ άλογο σπιρουνίζοντας -λάφυρο τών εχθρών του-
μαύρες οι σκέψεις στό μυαλό, τό ξόδι τών δικών του.
Ηρθεν η ώρα τής θανής, τόν τρώει σάν σαράκι,
νά πάει νά βρεί τόν Μάρκο του και τόν Καραϊσκάκη.
Μά πρίν, έχει τό χρέος του, πού πρέπει νά ξοφλήσει,
αίμα ζεστό, αγαρηνό, στή μνήμη τους νά χύσει.
Τούρκοι πολλοί τόν πολεμούν, τών Σουλιωτών τόν Αία,
πάλα εχθρού δέν βρέθηκε, γιά ‘κείνονε μοιραία.
Κόβει «ντελήδες» άμετρους και τόν Πασά γυρεύει,
λές και τήν νίκη μοναχός, εκείνος θά τήν φέρει.
Σωρό τά βόλια τού ‘ριξαν -δέν σταματιέται ο λιόντας-,
και τό πανώριο του κορμί, μέ σεβασμό τιμώντας.
Διακόσια χρόνια πέρασαν, ήταν μακριά η στράτα,
γιά νά ‘χει o Tούσα Μπότσαρης, τό μνήμα του στήν Αρτα.
Αθήνα, 10.12.2025 + 10.01.2026
Γρηγόρης Νικηφ. Κοσσυβάκης
————————-
Διευκρινίσεις:
Tό ποίημα έχει δεκαπεντασύλλαβους στίχους ( 8 + 7 ),
οπότε τραγουδιέται -άρα και χορεύεται- σάν δημοτικό τραγούδι.
Έχει στοιχειώδεις ομοιοκαταληξίες, στή λήγουσα τής τελευταίας λέξεως
τού 2ου και 4ου στίχου κάθε στροφής.
Νοηματικά, τό όλο ποίημα είναι μιά επιγραμματική -πιστή- περίληψη τών
τελευταίων στιγμών και δράσεων τού ήρωα, τήν ημέρα που σκοτώθηκε,
στίς 24 Απριλίου 1827, όπως περιγράφονται στό βιβλίο μου.
![]()