ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΝΙΚΗΦ. ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΣ

Ο ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ ΑΦΗΓΕΙΤΑΙ
(Ιστορία και Παράδοση)

ΑΘΗΝΑ 2021

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΓΙΝΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Θεωρώ ευτυχές το γεγονός ότι, ενώ έχω υπερβεί ήδη την εβδόμη δεκαετία τής ζωής μου, η μνήμη μου διατηρεί ακέραιες τις πρώϊμες παιδικές αναμνήσεις μου, μέχρι σήμερα. Ετσι λοιπόν, θυμάμαι -τριετής κατά το έτος 1950- την πρώτη απομάκρυνσή μου από την Αθήνα και τις πρώτες οικογενειακές θερινές διακοπές μας στό γενέθλιο χωριό τού πατέρα μου, την ορεινή Μεγαλόχαρη τού Νομού Αρτας.

Εκεί, παρ’ όλες τίς δύσκολες μετεμφυλιακές συνθήκες (με παντελή έλλειψη οδικών συγκοινωνιών και εξηλεκτρισμού, με πρωτόγονες στεγαστικές και λοιπές οικιστικές συνθήκες, εφ’ όσον το προγονικό σπίτι μας είχε πυρποληθεί από τά κατοχικά Ιταλικά στρατεύματα τον Οκτώβριο 1942 και η ανακατασκευή του άρχισε μόλις το θέρος τού 1955), γιά ‘μάς υπήρχε θερμή συγκατοίκηση με προσφιλείς οικείους, αλλά και εγκάρδιες σχέσεις με λοιπούς γείτονες συγγενείς και συγχωριανούς.

Περιβάλλων χώρος ήσαν -και είναι- τά πανέμορφα φυσικά τοπία με την ανέγγιχτη χλωρίδα τής περιοχής, όπου κυριαρχούν τά πυκνά δάση τών βαθυπράσινων ελάτων και οι συστάδες από γιγάντια σκιερά πλατάνια, οι «γάργαροι» ήχοι από τά τρεχούμενα στίς ρίζες τους νερά.

Και όλα αυτά, με «φόντο» την επιβλητική οροσειρά τής «Ζιούρας» πού δεσπόζει από τά δυτικά, επάνω απ’ το χωριό μας και στίς κορυφές της φώλιαζαν 3 ή 4 ζεύγη υπερήφανων «χρυσαετών», πού κάθε πρωί επέβλεπαν τά πάντα από ψηλά, κάνοντας νωχελικούς «Αρχιμήδειους» κύκλους.

Παράλληλα, ο δικός μου παιδικός νούς ξελογιάζονταν καθημερινά από την γνωριμία μου με τήν -τότε- οικόσιτη πανίδα μας (σκυλιά, άλογα, μουλάρια, κατσίκες, πρόβατα, κοκκόρια, κότες κ.λπ.) και τά ποικίλα οπωροφόρα δένδρα μας (κερασιές, κορομηλιές, αχλαδιές, μηλιές, συκιές, καρυδιές, καστανιές κ.ά.), πού τά κορφολογούσα ιδιοχείρως σε καθημερινή βάση και όπου -στά πυκνά φυλλώματά τους- συναγωνίζονταν ολημερίς, χορωδίες καλλικέλαδων πουλιών, προφυλαγμένων εκεί από τά επικίνδυνα γεράκια, πού καραδοκούσαν γιά να διακόψουν βίαια τις «συναυλίες».

Αλλά κι από τά βράδυα μας, διατηρώ τις αναμνήσεις από τά ασύγκριτα αηδονολαλήματα, τά εντυπωσιακά σμήνη τών πυγολαμπίδων, τίς συγχορδίες από τά κοάσματα τών βατράχων, το μελαγχολικό κάλεσμα τού γκιώνη στόν «χαμένο αδελφό του», αλλά και τά ανατριχιαστικά ουρλιαχτά περαστικών λύκων.

Όλα αυτά, υπήρξαν εικόνες και ακούσματα πού δεν λησμόνησα ποτέ και αναπαράγονται σήμερα σέ διηγήσεις μου, με «αναδυόμενες» συχνά από την μνήμη μου, εντυπωσιακές λεπτομέρειες καιρών ανεπίστροφων.

Ωστόσο, από τήν -εκεί και τότε- πρώτη θερινή διαβίωσή μου -η οποία έκτοτε επαναλαμβάνονταν ανελλιπώς στά επόμενα δεκαπέντε καλοκαίρια- διατηρήθηκαν έντονες μνήμες μου από τά ακούσματα συζητήσεων τού «στενού» οικογενειακού μας κύκλου, καθώς και αφηγήματα εκ μέρους λοιπών συγγενών και συγχωριανών μας.

( Τά οποία -μάλιστα- εκφέρονταν με την ιδιότυπη Ηπειρώτικη «ντοπιολαλιά», πού από τότε την έμαθα και την αφομοίωσα, αλλά και την ομιλώ με ευχέρεια, όποτε το θελήσω…)

Οπου -εκτός από τά συνήθη θέματα τής καθημερινότητος- περιλαμβάνονταν και συχνές αναφορές σε ιστορικά γεγονότα πού αφορούσαν τούς ίδιους τούς γονείς μου, λοιπούς οικείους μας αλλά και σημαντικούς στίς δράσεις τους ανιόντες μας.

Αφορμή αυτών τών αναφορών ήταν -κατ’ αρχήν- το γεγονός ότι, ο Πατέρας μου Νικηφόρος Γρηγ. Κοσσυβάκης, είχε άμεση -προσωπική- συμμετοχή και συμβολή σέ πολεμικά ή αντιστασιακά συμβάντα και δράσεις στά πρόσφατα -τότε- χρόνια τού Β’ Παγκοσμίου πολέμου.

[ Υπενθυμίζω ότι, τέτοια καίρια γεγονότα, πού άφησαν ανεξίτηλες μνήμες-πληγές στήν Πατρίδα μας, υπήρξε -κατ’ αρχήν- το θριαμβικό πολεμικό έπος τού «ΟΧΙ» κατά τής Φασιστικής Ιταλίας στά 1940-41, αλλά -εν συνεχεία- και η δεινή Γερμανο-Ιταλο-Βουλγαρική Κατοχή, την οποία υπέστη ο Ελληνικός λαός, μέχρι και τά τέλη τού έτους 1944.

Επίσης σημαντικά ιστορικά γεγονότα ήσαν η Εθνική μας Αντίσταση στά έτη 1942-1944, αλλά και ο αδελφοκτόνος εμφύλιος πόλεμος πού επακολούθησε -μέχρι και το έτος 1949- με εξαιρετικά επώδυνες συνέπειες γιά τις οικογένειες τών γονέων μου.

Ωστόσο, ο πατέρας μου Νικηφόρος Γρηγ. Κοσσυβάκης (ο οποίος κατά την στρατιωτική του θητεία, εν έτει 1938 είχε αναδειχθεί χρυσός Πανελληνιονίκης σε αγώνες Στρατιωτικού Πεντάθλου), με την κήρυξη τού ΕλληνοΙταλικού πολέμου 1940-41, βρέθηκε από την πρώτη εβδομάδα στό πολεμικό μέτωπο τής Μακεδονίας-Βορείου Ηπείρου και έλαβε μέρος στίς εκεί μάχες, ως Λοχίας – επικεφαλής Διμοιρίας πολυβόλων.

Σε μάχη τήν 12.02.1941, υπέστη επικίνδυνο τραυματισμό από θραύσμα όλμου, αλλά συνέχισε μαχόμενος, ανατρέποντας -μόνος με τά πυρά του- αντεπίθεση Ιταλικού Λόχου, γι’ αυτό και παρασημοφορήθηκε επ’ ανδραγαθία.

Ομως, υπήρξε και εκ τών πρωταγωνιστών στήν Εθνική Αντίσταση στό νομό Αρτης, ήδη από τον Σεπτέμβριο 1942, ενώ ήταν ο πρώτος οπλαρχηγός τού ΕΔΕΣ πού έδωσε επιτυχείς μάχες με τούς Ιταλούς στήν ορεινή περιοχή τών Ραδοβυζίων, όπου και το χωριό μας.

Εν συνεχεία, κατά το έτος 1944, ο πατέρας μου, υπήρξε και καπετάνιος επιδρομικής ομάδος τού ΕΛΑΣ, με ιδιαίτερη πολεμική δράση στήν περιοχή Αρτης – Μακρυνόρους – Αμφιλοχίας, με θαρραλέες ενέδρες εναντίον τών Γερμανών.

Αλλά και η Μικρασιάτισσα μητέρα μου Μαρία Χαραλ. Σιδέρη, είχε την δική της  αντιστασιακή συμβολή στήν Αθήνα, ως νοσηλεύτρια στόν ΕΛΑΣ Καισαριανής, έχοντας υποστεί επώδυνες προσωπικές αλλά και οικογενειακές ταλαιπωρίες.]

Αυτονόητα, ο απόηχος εκείνων τών -τότε- χρονολογικά «νωπών»  πολεμικών συμβάντων, αναπαράγονταν στίς -συγκινησιακά φορτισμένες- καθημερινές συζητήσεις τών γονέων μου και τών οικείων προσώπων τού στενού συγγενικού και φιλικού μας περιβάλλοντος, με συνέπεια να έχουν καταγραφεί ανεξίτηλα στό νού και την μνήμη μου.

Ωστόσο -όπως το προείπα- οι συζητήσεις εκείνες, πολύ συχνά επεκτείνονταν σε βάθος χρόνου και περιλάμβαναν συχνές αναφορές στά κατορθώματα τού παππού μου, τού προππάπου μου καθώς και τού πατέρα και τού παππού εκείνου!!!

Ανέτρεχαν δηλαδή, σε ιστορικά συμβάντα πέντε (5) γενεών προγόνων μου, πού είχαν διαδραματισθεί σε παλαιότερες ταραγμένες εποχές, φθάνοντας έως τά χρόνια τής μεγάλης Επαναστάσεως τού ’21, α λ λ ά  κ α ι  σ ε  γ ε γ ο ν ό τ α  π ο ύ  σ υ ν έ β η σ α ν  π ρ ί ν  α π ό  α υ τ ή ν.

Και όλα αυτά διότι -και κατά τις εποχές εκείνες- η «φάρα» μας τών Κοσσυβακαίων, είχε διαρκή και σημαίνουσα αγωνιστική συμβολή, σε κάθε πατριωτική-επαναστατική διεργασία στίς ανυπότακτες περιοχές τής Ηπείρου και τής Δυτικής Ελλάδος, με τούς παραπάνω ανιόντες μου να είναι πάντοτε από τους «μπροστάρηδες» σ’ αυτά.

Είχα λοιπόν -από μικρό παιδί- την μεγάλη τύχη, κυρίως μέσω τής γοητευτικής αφηγηματικής ευχέρειας τού πατέρα μου, να εντρυφώ διαρκώς σε «άγραφα» σημαντικά γεγονότα τής τοπικής Ελληνικής ιστορίας.

Γεγονότα πού διέθεταν σπάνια στοιχεία ακρίβειας και εγκυρότητος, εφ’ όσον «διασταυρώνονταν» από μαρτυρίες αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων -γερόντων έως αιωνοβίων (!!!) συγγενών και συγχωριανών μας- οι οποίοι συχνά μάς επισκέπτονταν, παρέχοντάς μου ευκαιρίες γιά ατελείωτες ώρες συγκλονιστικών αφηγήσεων.

Και πράγματι, ήσαν αρκετοί εκείνοι πού, είτε είχαν ζήσει οι ίδιοι τά περιγραφόμενα γεγονότα, είτε τά είχαν ακούσει -«πρώτο χέρι»- από γεροντότερους ανιόντες τους, όλα δε αυτά τά ακούσματα συνέθεταν -«γιά χατήρι μου»- ένα συναρπαστικό απόηχο τής ιδιαίτερης επαναστατικής παραδόσεως τής περιοχής μας, τών -διαχρονικά ανυπότακτων- ορεινών Ραδοβυζίων.

Παραδόσεως, η οποία εμπεριείχε το κυρίαρχο συναισθηματικό στοιχείο τής οικογενειακής μας συμβολής, διανθισμένης με απίστευτες λεπτομέρειες τολμηρών δράσεων τών «δικών μας ανθρώπων».

Ετσι λοιπόν, εκείνες οι συχνές -πατρικές και λοιπές- αφηγήσεις γιά τις «αποκοτιές» τών παππούδων μου, ήταν η κύρια αιτία πού μ’ έκανε να λατρέψω και να εντρυφώ εντατικά -ήδη από μαθητής τού Δημοτικού σχολείου- στό μάθημα τής ιστορίας.

( Μέχρι τού σημείου οι συμμαθητές μου στίς πρώτες τάξεις τού Γυμνασίου, να μού προσάψουν το -καθ’ υπερβολήν- προσωνύμιο ο …«ιστορικός»!!!)

Ωστόσο, οι -με έκδηλη υπερηφάνεια- λεπτομερείς περιγραφές τού μνήμονος πατέρα μου, καθ’ όσον αφορά την συναισθηματική προσέγγισή μου σε συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα και τους επί μέρους ήρωες αυτών, περιλάμβαναν -μεταξύ άλλων σημαντικών- και μία υπόμνηση ξεχωριστής σημασίας και ανεκτίμητης αξίας γιά ‘μένα.

«Παιδί μου» -μού έλεγε- «να θυμάσαι ότι, οι πρόγονοί μας ήσαν από τούς ελάχιστους Ραδοβυζινούς πού τόλμησαν να συμπαρασταθούν και να συμπολεμήσουν με τούς Μποτσαραίους στό Μοναστήρι τού Σέλτσου, όταν ο φοβερός Αλή πασάς τους καταδίωκε «πάση δυνάμει» να τους εξοντώσει.

Και ακόμη ότι, οι ίδιοι πρόγονοί μας -με θανάσιμο κίνδυνο τής ζωής τους- οδήγησαν και διέσωσαν εδώ στό σπίτι μας, όσους ελάχιστους υπό τον Κίτσο Μπότσαρη γλύτωσαν από τίς ανείπωτες σφαγές -μαζί και τον ανεκτίμητο Μάρκο- φυγαδεύοντάς τους στό Σύντεκνο τού Βάλτου».

«Χρόνια μετά, οι Μποτσαραίοι και οι δικοί μας συμπολέμησαν σέ μάχες τού 1821 ενώ -μετά το τέλος τής Επαναστάσεως- συγγενέψαμε από την γενιά τής αδελφής τού Μάρκου».

«Γιά τους αγώνες εκείνους και τους μετέπειτα, το προγονικό μας σπίτι, εδώ στό χωριό -πού ανέκαθεν ονομάζονταν «Μπότση»- έχει καεί υπέρ Πατρίδος, πέντε φορές μέχρι σήμερα…».

Εκείνες οι -φορτισμένες συγκινησιακά- πατρικές υπομνήσεις, υπήρξαν οι βασικές αιτίες τής ιδιαίτερης συναισθηματικής σύνδεσής μου με το έπος τού 1821 και τής εκ μέρους μου διαρκούς -«μανιώδους»- έρευνας, συλλογής και αναγνώσεως, ποικίλων συγγραφικών ιστορικών καταγραφών γι’ αυτό.

Επειδή στόν φαντασιώδη νού μου και τον ρομαντικό ψυχισμό μου ως εφήβου, είχε ήδη αναγορευτεί σε καθοδηγητικό ίνδαλμα και πρότυπό μου, μία -απίστευτης «οσιότητος»- μορφή τών επαναστατικών αγώνων γιά την Εθνική μας παλιγγενεσία.

Ενας -μοναδικής προσωπικότητος- Ελληνας ήρωας!!!

Εκείνος, ο ασύγκριτος σε παλληκαριά, αλλά και σε στρατηγική διορατικότητα, ηγέτης τών αρειμάνιων Σουλιωτών.

Εκείνος πού ξεχώριζε μεταξύ τών συναγωνιστών του γιά την εντιμότητα, την σεμνότητα και την μοναδική ανιδιοτέλειά του.

Εκείνος πού, όχι μόνον οι κορυφαίοι συμπρωταγωνιστές τού αγώνα -όπως ο Κολοκοτρώνης, ο Καραϊσκάκης και ο Ανδρούτσος- αλλά και οι ίδιοι οι αρχηγοί τών άσπονδων εχθρών του, τών πολεμοχαρών «Τουρκαλβανών», υποκλίθηκαν στήν γενναιότητά του και την πολεμική ιδιοφυϊα του.

Εκείνος πού, κορυφαίοι Ευρωπαίοι διανοούμενοι, συγγραφείς και ποιητές τού καιρού του, όπως ο Γάλλος Βικτώρ Ουγκώ και ο Βρετανός Λόρδος Μπάϋρον, τον ανέδειξαν σε οικουμενικό πρότυπο εναρέτου ήρωα.

Εκείνος πού, με τον ηρωϊκό θάνατό του, πυροδότησε τήν έκρηξη τού φιλελληνικού κινήματος και συνήγειρε τις Ευρωπαϊκές συνειδήσεις υπέρ τής τολμηρής Ελληνικής επαναστάσεως τού 1821.

Εκείνος πού, μόνος «καθαγιάστηκε» ονομαστικά στόν «Υμνο γιά την Ελευθερία», από τον εθνικό μας ποιητή Διονύσιο Σολωμό.

Εκείνος πού, ο λαός μας ύμνησε τά κατορθώματά του και τον ηρωϊκό θάνατό του σε τόσα δημοτικά τραγούδια, όσα δεν τραγουδήθηκαν γιά όλους μαζί, τούς λοιπούς ήρωες συναγωνιστές του.

Εκείνος πού τον επονόμασαν «Αητό τού Σουλίου» και «νεώτερο Λεωνίδα».

Ο αξεπέραστος, ο αδευτέρωτος ο Μάρκο Μπότσαρης!!!

Ποιά λοιπόν η τιμή και ποιά η υπερηφάνεια γιά έναν Ελληνα έφηβο να γνωρίζει ότι, οι δικοί του πρόγονοι συμπολέμησαν μαζί του.

Ποιά η αίσθηση ότι, το χνάρι του (η «ομπλή» του, πού μνημονεύει το δημοτικό μας τραγούδι…), είχε αποτυπωθεί εκεί, στήν αυλή τού πολυπυρπολημένου προγονικού μας σπιτιού, στήν ορεινή Μπότση.

Ποιός ο ψυχικός συγκλονισμός και ποιά η δακρύρροη συγκίνηση, ότι και ο ίδιος «είχα αίμα» από την γενιά του!!!

Ακράδαντα πιστεύω ότι, γι’ αυτούς τούς λόγους, από τα εφηβικά μου χρόνια, είχα την διαρκή αίσθηση ότι -«γονιδιακά»- τον είχα γνωρίσει και ήμουν -τότε- και εγώ μαζί του.

Και όχι μόνον στήν ανεκτίμητη γιά το Ελληνικό έθνος και την Πατρίδα πολεμική εποποιία του, στά χρόνια και συμβάντα τής μεγάλης Επαναστάσεως τού 1821, μέχρι τον απροσδόκητο χαμό του στό Καρπενήσι στίς 9 Αυγούστου 1823,  α λ λ ά  κ α ι  τ ί ς  τ ρ α γ ι κ έ ς  ε φ η β ι κ έ ς  η μ έ ρ ε ς  τ ο υ  -τ ο ν  Απρίλιο 1804- στό απόκοσμο Μοναστήρι τού «Σέλτσου», εκεί επάνω στά πατρώα μου «Ραδοβύζια».

Εκεί, όπου συνέβη ο μοιραίος και -παρ’ ολίγον ολοκληρωτικός- αποδεκατισμός τής ιστορικής Σουλιώτικης φάρας τών Μποτσαραίων, ο οποίος -προφανώς- τον «σφράγισε» ανεξίτηλα και καθοριστικά.

Ετσι λοιπόν, εκείνη η μοναδική αίσθηση τής «προσωπικής σχέσεως», είναι πού μού δίνει τώρα τό συγγραφικό «δικαίωμα» ν’ αφηγηθώ -σε πρώτο ενικό πρόσωπο- τά ανήκουστα εκείνα γεγονότα.

Γεγονότα πού, η -μέχρι σήμερα- συμβατική Ελληνική ιστοριογραφία,  ε ί τ ε  εξ αγνοίας, ατελώς και εσφαλμένα «ψαύει»,  ε ί τ ε  εξ υστεροβουλίας, μεροληπτεί και διαστρεβλώνει,  ε ί τ ε  σκοπίμως αποσιωπά ουσιώδεις και σημαντικές λεπτομέρειές τους.

Γι’ αυτούς τους λόγους, αισθάνομαι την υποχρέωση να εκθέσω επακριβώς -ως νά αφηγείται ο τότε έφηβος Μάρκο Μπότσαρης- κατ’ αρχήν τά ιστορικά συμβάντα τής μακραίωνης Σουλιώτικης ιστορικής παραδόσεως και εποποιϊας, όπως ασφαλώς τού τήν είχαν αφηγηθεί ο παππούς του Γιώργης Μπότσαρης και ο πατέρας του Κίτσο Μπότσαρης, καθώς και λοιποί μνήμονες «μπαρμπάδες» του.

Εν συνεχεία δε, να καταγράψω την επική πολιορκία τών Μποτσαραίων και τών λοιπών Σουλιωτών, στά «μετερίζια» τής βουνοπλαγιάς τού Νεγκόζη και στήν απόκρημνη Μονή Σέλτσου.

Εκεί όπου, ο νεαρός Μάρκος βίωσε την πολύμηνη ηρωϊκή αντίστασή τους, την ανελέητη σφαγή εκατοντάδων γυναικοπαίδων, αλλά και την απίστευτη -παντελώς άγνωστη μέχρι τώρα- διαφυγή τών ελαχίστων επιζώντων, από τον θανάσιμο κλοιό τών Τουρκαλβανών τού αιμοβόρου Αλή πασά.

Και είναι η ιδιαίτερη μνήμη μου από τίς αφηγήσεις τής οικογενειακής μας παραδόσεως (αλλά και η -εκ δικηγορικής εμπειρίας δεκαετιών- επαγωγική τεχνική μου), πού με βοηθά τώρα να συνθέσω και ν’ «απεικονίσω» -θεωρώ με αποδεικτική μεθοδικότητα- τά φοβερά εκείνα ιστορικά γεγονότα.

Εχοντας -επί πλέον- τηρήσει κατά τό δυνατόν και την αδήριτη υποχρέωση ενός υπεύθυνου ιστορικού συγγραφέα, να γνωρίζει «ιδίοις όμμασι» τούς κρίσιμους τόπους όπου διαδραματίστηκαν τά ιστορούμενα.

Και πράγματι, έχω γνωρίσει παιδιόθεν -«πέτρα την πέτρα»- όλο το ορεινό Ανω Ραδοβύζι και τά χωριά μας, με τά ιδιαίτερα τοπονύμια κάθε τοποθεσίας, καθώς και τά -τότε- δυσδιάκριτα μονοπάτια και σήμερα δύσβατους χωματόδρομους -πεζός, έφιππος ή με «σκληρά» αυτοκίνητα- μέχρι και τις «απάτητες» κορυφές τής οροσειράς «Ζιούρα»!!!

Ετσι, αποκαλύπτω συγγραφικώς -γιά πρώτη φορά και με συναρπαστικές λεπτομέρειες- το άγνωστο μέχρι σήμερα «δρομολόγιο» τής σωτηρίας τών ελαχίστων Μποτσαραίων, μαζί και τού Μάρκου, αλλά και τής -τότε 12χρονης- αδελφής του Μάρως.

Όλα δε αυτά, τά προβάλλω με αδιαμφισβήτητα αποδεικτικά στοιχεία, χάρτες και πλούσιο φωτογραφικό υλικό, εν πολλοίς πρωτότυπα και αδημοσίευτα.

Επισημαίνω επίσης ότι, έχω επισκεφθεί πολλές φορές και την ευρύτερη περιοχή όπου το ιστορικό Μοναστήρι τού Σέλτσου, κάνοντας αρχή -ως νεαρός φοιτητής τής Νομικής Σχολής Αθηνών- από τό έτος 1972.

Τότε, πού δεν υπήρχε κάν χωματόδρομος γιά την οδική πρόσβαση εκεί, στά απόκρημνα μέρη και στούς αιματόβρεχτους τόπους πού ήθελα διακαώς να ιχνηλατήσω (και παρ’ ολίγον να γκρεμοτσακιστώ σε κάποιο απόκρημνο σημείο τους…), παρέμεναν σχεδόν «πετρωμένοι» σ’ εκείνες τις φοβερές ημέρες και ώρες τού Απριλίου 1804.

[ Υ.Γ. Χρόνια αργότερα, σ’ ένα από τά μεταγενέστερα «προσκυνήματά» μου εκεί -μαζί με την αγαπημένη κόρη μου Ναταλία- είχα την χαρά και την τιμή να ξεναγήσω, στόν ιερό χώρο τής Μονής Σέλτσου, έναν εκ τών κορυφαίων ιστορικών συγγρα-φέων τής νεώτερης Ελλάδος, τον προσφιλή μου και πολυγραφότατο Σαράντο Καργάκο.

Εναν αυθεντικό και ενσυνείδητο Λάκωνα, ο οποίος προσφάτως μάς άφησε χρόνους, έχοντας -όμως- προηγουμένως κληροδοτήσει στό Ελληνικό έθνος, μία εργώδη και υπερπολύτιμη ιστορική συγγραφική παρακαταθήκη.

Ο Σαράντος Καργάκος, τον Αύγουστο 2006, είχε αποδεχθεί πρόσκλησή μου και ήρθε φιλοξενούμενος στό πατρικό μου σπίτι, στό χωριό μας την ορεινή Μεγαλόχαρη τής Αρτας, όπου έκανε μία εξαιρετική ομιλία γιά ιστορικό θέμα, παρουσία εκατοντάδων Ραδοβυζινών.

Ωστόσο είχε μείνει ενθουσιασμένος και από το υπέροχο ορεινό περιβάλλον τής περιοχής μας, ενώ συγκινήθηκε ιδιαιτέρως από όσα είδε και πληροφορήθηκε κατά την επίσκεψή μας στό Μαναστήρι τού Σέλτσου, αποκτώντας εποπτική εικόνα τού ευρύτερου πεδίου τών μαχών εκεί.]

Τελειώνοντας την παρούσα εισαγωγή μου, θεωρώ ως πολύτιμη πληροφορία -την οποία πρέπει να έχουν σε γνώση τους οι συμπατριώτισσες και οι συμπατριώτες αναγνώστες- την εξής:

Oτι, τά «αφηγούμενα» ιστορικά συμβάντα τού χαλασμού τών Σουλιωτών στό Μοναστήρι τού Σέλτσου, διαδραματίστηκαν στήν περίφημη και πανέμορφη κοιλάδα τού μακρύρροου Αχελώου ποταμού, περί τής οποίας, ο μέγας πανεπιστήμων φιλόσοφος Αριστοτέλης, στό βιβλίο του «Τά Μετεωρολογικά» (Βιβλ. Ι’ 14, 33)», μάς πληροφορεί ότι: «…η παναρχαία Ελλάς εστί περί την Δωδώνην και τον Αχελώον…»!!!

[ Ιδέτε και Γρηγ. Νικηφ. Κοσσυβάκη «ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ», (Εκδόσεις «ΚΑΔΜΟΣ», 7η Εκδοση). ]

ΚΥΚΛΟΦΟΡΕΙ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΒΕΡΓΙΝΑ

 3,171 total views