Δ ι η ν έ κ η ς

Ο κουρνιαχτός ατέλειωτος,

στά μάτια φανερώνει,

πώς πέλαγο πολύβουο

ο εχθρός πού τούς ζυγώνει.

———–

Ειν’ τών Περσών τό στράτευμα

πού σέρνεται ωσάν φίδι,

ανοίγοντας τό διάβα του

μέ αστόμωτο λεπίδι.

———–

Νειάτα περήφανα θά βρούν,

τού Ευρώτα τίς ελπίδες.

Λάκαινας μάνας εντολή,

χρησμό έχουν στίς ασπίδες.

———–

Νόμος γιά ‘κείνους θεϊκός,

κατάρα μά και ευχή τους,

νά μάχονται ατάραχοι,

μέ ορθή τήν κεφαλή τους.

———–

Tώρα o Ξέρξης απειλεί,

στά όπλα του νά σκύψουν,

τι έχει βέλη άμετρα,

τόν ήλιο θά τούς κρύψουν.

———–

Μά εσύ αγέρωχε θνητέ,

Διηνέκη ανδρειωμένε,

μέ λόγο τόν αντίκοψες

πού οι Μούσες θά τόν λένε.

———–

Καλός ο ήλιος ο χρυσός,

μά άν είναι γιά τή μάχη,

καλλίτερα μέσ’ την ισκιά

θάλλει η αντρειά μονάχη…

———–

Eυγνώμων, ένας απόγονος.

01.02.2012

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΚΟΣΣΥΒΑΚΗΣ